23/1/2018  Forum | Chat | in mail | Ημερολόγιο | Ε-cards 

in.gr > health > Γυναίκα

 
  Η Υγεία στην Οικογένεια 
Ανδρας
Γυναίκα
Ηλικιωμένοι
Παιδί
  Νοσήματα 
Παθήσεις που αφορούν στη γυναίκα 
 Αισθητική 

Η επιστήμη παίρνει θέση 

 Πρόληψη 

Αναπαραγωγική ηλικία
Εμμηνόπαυση

 Διάφορα 

Ευ ζην και ποιοτική
 διαβίωση
 

 Σεξ 
 Εγκυμοσύνη 
Αναζήτηση

Χρησιμοποιήστε λέξεις κλειδιά για να αναζητήσετε πληροφορίες μέσα από τους καταλόγους του In health







 
O καρκίνος του θυρεοειδούς


O καρκίνος του θυρεοειδούς

Χάρης Κανδηλώρος, Αναστάσιος Μόρτογλου
Tομέας Eνδοκρινολογίας, Διαβήτη και Mεταβολισμού Iατρικού Aθηνών

Πρόκειται για έναν καρκίνο σχετικά σπάνιο (λιγότερο από 1% όλων των καρκίνων του ανθρώπου), που όμως είναι της ίδιας συχνότητας με άλλες γνωστότερες νεοπλασίες όπως το πολλαπλούν μυέλωμα, ο καρκίνος του οισοφάγου, του λάρυγγα και του τραχήλου της μήτρας.

Είναι ο πιο συχνός ενδοκρινικός καρκίνος και η πρώτη αιτία θανάτου (64%) από ενδοκρινικό καρκίνο.

Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 0.5-10 περιστατικά ανά 100000 άτομα το χρόνο (15600 στις ΗΠΑ). Έχει καλή πρόγνωση και υπάρχουν στις ΗΠΑ 500.000 ασθενείς που θεωρούνται θεραπευμένοι μετά από 40 χρόνια παρακολούθησης.

Διακρίνουμε 2 είδη καρκίνου:
Tο μυελοειδές καρκίνωμα που προέρχεται από τα παραθυλακιώδη (C κύτταρα)

Tα καρκινώματα που προέρχονται από θυλακιώδη κύτταρα και κατατάσσονται σε 4 τύπους:

  1. Το θηλώδες
  2. Το θυλακιώδες
  3. Το οξύφυλο ή από κύτταρα Hürtle
  4. Το αμετάπλαστο

Οι διαφορές συνίστανται στον τρόπο αρχικής διήθησης και μετάστασης.

1. Κλινική διάγνωση

Στις περισσότερες περιπτώσεις ο καρκίνος του θυρεοειδούς ανευρίσκεται τυχαία υπό μορφή μονήρους όζου μετά από κλινική εξέταση ή μετά από παρατήρηση του ίδιου ή του περιβάλλοντός του διόγκωσης στην περιοχή του τραχήλου.

Χαρακτηριστικά
  • 1% όλων των καρκίνων
  • Ο πιο συχνός ενδοκρινικός καρκίνος
  • Πολύ καλή πρόγνωση

Μερικές φορές η διάγνωση γίνεται μετεγχειρητικά μετά από αφαίρεση του θυρεοειδούς, που έγινε για θεραπεία οζώδους τοξικής ή οζώδους μη τοξικής βρογχοκήλης. Η κυτταρολογική εξέταση υλικού προερχόμενου από παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA) είναι η πιο αποτελεσματική προεγχειρητική μέθοδος για την διαφορική διάγνωση μεταξύ καλοήθους όζου από τον καρκίνο. Αυτό ισχύει για το 75% των θηλωδών καρκινωμάτων, στα θυλακιώδη όμως η παρακέντηση δεν προσφέρει τις απαραίτητες πληροφορίες (διήθησης κάψας ή και αγγείων) και επομένως χρειάζεται η μετεγχειρητική ιστολογική εξέταση. Η FNA μπορεί επίσης σε πολλές περιπτώσεις να θέσει τη διάγνωση του σπάνιου αμετάπλαστου καρκινώματος, αλλά υπάρχει πρόβλημα διαφορικής διάγνωσης με τις μεταστάσεις άλλων καρκίνων στο θυρεοειδή και χρειάζεται η χρήση ανοσοϊστοχημικής μεθόδου σήμανσης της θυρεοσφαιρίνης. Τέλος, η διάγνωση λεμφώματος με FNA είναι δύσκολη και χρειάζεται ειδική ανοσοϊστοχημική μέθοδος για κλώνους λεμφοκυττάρων.

Σχετικά με τα καρκινώματα του θυρεοειδή διαφωνίες υπάρχουν ως προς:

  • την έκταση της αρχικής χειρουργικής εκτομής
  • την έκταση της λεμφαδενεκτομής
  • την χρήση ραδιενεργού ιωδίου μετεγχειρητικά
  • το εύρος της καταστολής της ΤSH  με φαρμακευτική ορμονική μετεγχειρητική αγωγή

Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν υποβάλλονται αρχικά σε θυρεοειδεκτομή και όλοι μετεγχειρητικά παίρνουν ορμονοθεραπεία. Πολλοί είναι αυτοί που λαμβάνουν ραδιενεργό ιώδιο, ενώ σπάνια προτείνεται ακτινοθεραπεία εξωτερική και ακόμη πιο σπάνια χημειοθεραπεία. 

Α. Το θηλώδες καρκίνωμα

Συνήθως πρόκειται για κλινικά ετερόπλευρο μόρφωμα, αλλά στην παθολογο-ανατομική εξέταση είναι συχνά αμφοτερόπλευρο ή και πολυεστιακό. Η επέκταση εκτός θυρεοειδούς γίνεται μέσω των κεντρικών και πλαγίων αλύσσεων τραχηλικών λεμφαδένων και του μεσοθωρακίου.

Τρεις διαφορετικές τάσεις υπάρχουν σχετικά με το εύρος της επέμβασης:

  • απλή λοβεκτομή
  • ολική θυρεοειδεκτομή
  • υφολική θυρεοειδεκτομή

Η τελευταία φαίνεται να έχει εξ ίσου καλή μακροχρόνια πρόγνωση με την ολική και χαμηλότερο ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών (υπασβεστιαιμία από παραθυρεοειδεκτομή και βράγχος φωνής από πάρεση φωνητικών χορδών).

Η πιθανότητα μετάστασης στους λεμφαδένες κατά την αρχική εγχείρηση είναι περίπου 40%, αλλά σε νεαρά άτομα φτάνει στο 60-90%. Αντίθετα με την κλασσική παραδοχή που ίσχυε ως τώρα, μερικές μελέτες έδειξαν ότι η αμφοτερόπλευρη μετάσταση σε τραχηλικούς λεμφαδένες και στο μεσοθωράκιο, αυξάνει την θνησιμότητα. Συνιστάται λοιπόν η πολύ προσεκτική μακροσκοπική εξέταση των λεμφαδένων κατά τη χειρουργική επέμβαση και η εξαίρεση των διηθημένων.

Β. Το θυλακιώδες καρκίνωμα και το καρκίνωμα από κύτταρα Hurtle

Όταν η κυτταρολογική εξέταση από παρακέντηση βρίσκει θυλακιώδες, η πιθανότητα να υπάρχει όντως θυλακιώδες καρκίνωμα με τυπική εξάπλωση είναι μόνο 10-25%. Πολλοί χειρουργοί μάλιστα δεν επαφίενται ούτε στην ταχεία βιοψία κατά την διάρκεια της θυρεοειδεκτομής και προτιμούν να επαναχειρουργήσουν λίγες μέρες αργότερα, όταν το αποτέλεσμα της κανονικής βιοψίας θα είναι γνωστό, προκειμένου να ολοκληρώσουν την εκτομή.

Εξάπλωση στους λεμφαδένες είναι σπάνια και απαντά κυρίως στα θυλακιώδη με κύτταρα Hurtle.

Γ. Tο μυελοειδές καρκίνωμα

Περισσότερο από 70% των μυελοειδών καρκινωμάτων είναι σποραδικά. Τα υπόλοιπα εντάσσονται στο πλαίσιο μιας ενδοκρινούς νεοπλασίας τύπου ΙΙ. Τα πρώτα είναι μεμονωμένες εστίες σε ένα λοβό, ενώ τα δεύτερα αμφοτερόπλευρα με πολλαπλές εντοπίσεις. Η διάκριση μεταξύ των δύο ειδών μυελοειδούς ήταν δύσκολη, τουλάχιστον πριν την ανακάλυψη της μετάλλαξης του ογκογονιδίου RET. Γι’ αυτό συνιστάται ακόμη μέχρι σήμερα ολική θυρεοειδεκτομή με ευρεία λεμφαδενεκτομή, καθώς η διήθηση λεμφαδένων αποτελεί κακό προγνωστικό στοιχείο.

Δ. Σπάνια νεοπλάσματα του θυρεοειδούς

Aμετάπλαστο καρκίνωμα, μεταστάσεις άλλων καρκίνων στο θυρεοειδή και λεμφώματα απαντώνται σπάνια. Στην πρώτη περίπτωση συνήθως η διήθηση σε ιστούς εκτός του θυρεοειδούς είναι τόσο πρώιμη, ώστε τη στιγμή της διάγνωσης η ολική αφαίρεση είναι αδύνατη. Προτιμάται λοιπόν η ακτινοθεραπεία. Σε περίπτωση μετάστασης άλλου καρκίνου προτείνεται η χημειοθεραπευτική αντιμετώπιση του αρχικού νεοπλάσματος. Τέλος, σε περίπτωση λεμφώματος δεν υπάρχει συμφωνία ως προς το εύρος της εκτομής, εφόσον συνήθως ακολουθούν ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.

2. Μετεγχειρητική σταδιοποίηση

Η ταξινόμηση μπορεί να γίνει με κλινικά στοιχεία, αλλά είναι καλύτερα να γίνεται με μετεγχειρητικά ιστολογικά δεδομένα. Βασίζεται στο σύστημα ΤΝΜ με 3 βασικές παραμέτρους:

1) τις διαστάσεις του αρχικού όγκου (Τ)

Η χρήση αριθμών 1-4 υποδηλώνει το μέγεθος του όγκου

Τ1: < 1 εκατοστά

Τ2: 1-4 εκατοστά

Τ3: >4 εκατοστά

Τ4: διήθηση της θυρεοειδικής κάψας

2) την διήθηση λεμφαδένων:

Ν1 παρουσία διήθησης,

Ν2 απουσία διήθησης

3) την ύπαρξη μεταστάσεων:

Μ1απουσία μεταστάσεων,

Μ2 παρουσία μεταστάσεων.

Κατ’ αυτό τον τρόπο δημιουργούνται 16 κατηγορίες.

*Ανεξάρτητα ηλικίας

Παρατηρούμε ότι όλα τα νέα άτομα με θηλώδη και θυλακιώδη καρκινώματα χωρίς μετάσταση, καθώς και τα άτομα άνω των 45 ετών με μέγεθος όγκου μικρότερο του ενός εκατοστού, χωρίς επέκταση στους λεμφαδένες είναι στο στάδιο Ι. Αντίθετα όλοι οι ασθενείς με αναπλαστικό και οι άνω των 45 ετών με άλλο τύπο καρκίνου (θηλώδη, θυλακιώδη ή μυελοειδή) και παρουσία μεταστάσεων κατατάσσονται αυτόματα στο στάδιο ΙV.

 Η εξάπλωση στους λεμφαδένες την στιγμή της διάγνωσης επηρεάζει λίγο τη θνησιμότητα αλλά αυξάνει πολύ τον κίνδυνο τοπικής υποτροπής στα θηλώδη, ενώ επηρεάζει και τους δύο παράγοντες στα μυελοειδή. Στα θυλακιώδη είναι σπάνια με εξαίρεση τα οξύφυλλα με κύτταρα Hurthle.

Στα οξύφυλλα με κύτταρα Hurthle και στα μυελοειδή ο ανευπλοϊδισμός του DNAείναι σημαντικός προγνωστικός παράγοντας θνησιμότητας. Η απουσία σήμανσης με ερυθρό του Κογκό του αμυλοειδούς είναι παράγοντας αυξημένης θνησιμότητας στα μυελοειδή. Η ολική αφαίρεση του όγκου ή αντίθετα η υπολειμματική παραμονή μεγάλου τμήματος του όγκου είναι παράγοντας προγνωστικός για τα θηλώδη/θυλακιώδη & τα μυελοειδή, ενώ το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ διάγνωσης και θεραπείας έχει αποδειχτεί καθοριστικό για τα θηλώδη/θυλακιώδη.

Η ύπαρξη πολλαπλών εστιών και το φύλλο του ασθενούς, είναι άλλοι δύο προγνωστικοί παράγοντες, που όμως δεν αξιολογούνται ως σημαντικοί από την πλειοψηφία των ερευνητών. Με προσεκτική χρήση των προγνωστικών αυτών παραγόντων 80-85% των θηλωδών/θυλακιωδών καταγράφονται ως χαμηλού κινδύνου.

Για τα μυελοειδή η τριάδα: «ύπαρξη μεγάλου υπολειμματικού ιστού μετά από θυρεοειδεκτομή, απουσία σήμανσης με ερυθρό του Κογκό του αμυλοειδούς και στάδιο ΙΙΙ ή ΙV» σημαίνει 100% θνησιμότητα, ενώ χωρίς αυτή την τριάδα το ποσοστό θνησιμότητας πρακτικά μηδενίζεται.  

3. Συμπληρωματική θεραπεία

Α. Θεραπεία με θυρεοειδικές ορμόνες

Η TSH θεωρείται σημαντικός αυξητικός παράγοντας του θυρεοειδικού ιστού, φυσιολογικού ή νεοπλασματικού. Είναι γενικά αποδεκτό ότι η μετεγχειρητική καταστολή της TSH πρέπει να είναι τέτοιας έκτασης, ώστε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση TRHtest, η TSH να μην αυξάνει. Οι υπερευαίσθητες μέθοδοι μέτρησης της ΤSH είναι πλέον τόσο μεγάλης ακριβείας ώστε επίπεδα μικρότερα από 0,1 mUI/L ισοδυναμούν με αρνητικό TRH-test. Ο στόχος είναι τα επίπεδα της TSH να είναι < 0,1 και όσο γίνεται πλησιέστερα στο 0,01. Τελευταία υπάρχει η τάση στα θηλώδη χαμηλού κινδύνου η TSH να διατηρείται μεταξύ 0.1 και 0.4. Αυτό γίνεται για να αποφεύγονται οι αρνητικές συνέπειες μιας ισχυρής καταστολής στην οστική μάζα και στο καρδιοαγγειακό σύστημα.

Τα αποτελέσματα της κατασταλτικής αγωγής είναι δύσκολο να εκτιμηθούν εφόσον δεν μπορεί να υπάρξει διπλή τυφλή μελέτη. Στα μυελοειδή δεν συντρέχει λόγος καταστολής της TSH, αλλά απλώς ορμονικής υποκατάστασης μετά από θυρεοειδεκτομή.

Β. Xορήγηση ραδιενεργού ιωδίου 131

Σκοπός είναι η καταστροφή του υπολειμματικού υγιούς θυρεοειδικού ιστού μετά από θυρεοειδεκτομή. Δεν πρέπει να συγχέεται με την λήψη μεγάλης δόσης ιωδίου 131 που ενδείκνυται για καταστροφή υπολείμματος τραχηλικού νεπλασματικού ιστού ή μεταστάσεων.

Τα πλεονεκτήματα είναι:

  • Καταστροφή μικροσκοπικών εστιών νεοπλασματικών κυττάρων στο εσωτερικό του κολοβώματος.
  • Διευκόλυνση της ανίχνευσης με σπινθηρογράφημα υπολειμμάτων ή υποτροπής του καρκινώματος στην περιοχή του τραχήλου μακροπρόθεσμα, λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής του υγιούς θυρεοειδικού ιστού.
  • Βελτίωση της διαγνωστικής αξίας της μέτρησης θυρεοσφαιρίνης για ανίχνευση υποτροπής μακροπρόθεσμα.

 Η συνηθισμένη δόση ήταν στο παρελθόν 75-150 mCi. Τελευταία πολλά νοσηλευτικά κέντρα στις ΗΠΑ χρησιμοποιούν μικρότερες δόσεις (25-29,9 mCi), κάτι που δεν απαιτεί νοσηλεία, είναι οικονομικότερες και προκαλεί μικρότερη συνολικά σωματική ακτινοβολία.

Συνήθως μετά την θυρεοειδεκτομή και πριν από τη λήψη του ιωδίου συνιστάται αγωγή με Τ3 25 mg δύο ή τρείς φορές την ημέρα (στα ηλικιωμένα άτομα άπαξ) γιά 4 εβδομάδες και διακοπή της αγωγής γιά 2 εβδομάδες. Για να πραγματοποιηθεί η χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου, η τιμή TSH πρέπει να είναι μεγαλύτερη του 30.  Tο διαγνωστικό αυτό σχήμα θα αλλάξει σύντομα μια που θα χρησιμοποιείται παρεντερικά η συνθετική rhTSH με ελάχιστα ανεπιθύμητα συμπτώματα.

Γ. Εξωτερική ακτινοβολία

Χρησιμοποιείται σπάνια σαν συμπληρωματική θεραπεία θηλωδών/θυλακιωδών κυττάρων και ιδίως σε περιπτώσεις όπου η συγκέντρωση ραδιενεργού ιωδίου δεν είναι επαρκής ή εάν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις τοπικής εξάπλωσης, όπως συνήθως συμβαίνει στα μυελοειδή καρκινώματα. Χρησιμοποιείται σχεδόν συστηματικά στα αμετάπλαστα και στα λεμφώματα.

Δ. Χημειοθεραπεία

Στα θηλώδη/θυλακιώδη χρησιμοποιείται όταν η θυρεοειδεκτομή είναι ανέφικτη, όταν η χρήση ραδιενεργού ιωδίου δεν είναι ικανοποιητική και όταν η εξωτερική ακτινοβολία δεν είναι πρακτικά δυνατή. Στις σπάνιες αυτές περιπτώσεις εφαρμόζεται συνήθως ένα σχήμα με doxorubicin. Στα λεμφώματα το συνηθισμένο προτόκολο είναι το CHOP. Στα αμετάπλαστα καρκινώματα τέλος η doxorubicin σε συνδυασμό με cisplatin φέρνει κάποια πενιχρά αποτελέσματα.

4. Παρακολούθηση

Α. Καρκινικοί δείκτες

Θυρεοσφαιρίνη

Ενώ προεγχειρητικά η μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης δεν έχει μεγάλη διαγνωστική αξία, μετά την ολική αφαίρεση του θυρεοειδούς αποκτά σημαντική αξία, καθόσον αυξημένα επίπεδα σηματοδοτούν την εμφάνιση μεταστάσεων διαφοροποιημένων καρκινωμάτων (θηλωδών/θυλακιωδών). Χρειάζεται όμως συγχρόνως εκτίμηση των επιπέδων αντιθυρεοσφαιρινικών αντισωμάτων, γιατί τυχόν παρουσία τους καθιστά συχνά αναξιόπιστη τη μέτρηση της θυρεοσφαιρίνης. Τα επίπεδα αυτών των αντισωμάτων τείνουν πάντως να μειώνονται αισθητά με την πάροδο του χρόνου.

Με δεδομένο ότι η μέτρηση θυρεοσφαιρίνης είναι ασφαλής μόνο σε 90% των περιπτώσεων υπό θεραπεία καταστολής, πολλοί ερευνητές στα επικίνδυνα θηλώδη/θυλακιώδη καρκινώματα προτιμούν η μέτρηση να γίνεται μετά από διακοπή της καταστολής και σε κατάσταση έντονου υποθυρεοειδισμού. Στην πρώτη περίπτωση πρέπει η θυρεοσφαιρίνη πρέπει να είναι £ 5 ng/mL και στη δεύτερη £ 10 ng/mL. Τιμές υψηλότερες των προαναφερόμενων αποτελούν κριτήριο για αναζήτηση μεταστάσεων.

CEA & θυροκαλσιτονίνη

Στα μυελοειδή νεοπλάσματα η θυροκαλσιτονίνη αποτελεί διαγνωστικό κριτήριο αλλά και θεραπευτικό κριτήριο και μέθοδο ανίχνευσης υποτροπής. Το CEA είναι υψηλότερο στα μυελοειδή κακής πρόγνωσης, ενώ η θυροκαλσιτονίνη στα πιο διαφοροποιημένα. Είναι γενικά αποδεκτό ότι τα επίπεδα θυροκαλσιτονίνης είναι ευθέως ανάλογα της υπολειμματικής νεοπλασματικής μάζας. Στους νεότερους ασθενείς με μετάλλαξη του ογκογονιδίου RET και θεραπεία σε πολύ πρώιμο στάδιο χωρίς παρουσία μεταστάσεων, τα επίπεδα θυροκαλσιτονίνης επανέρχονται σε χαμηλές φυσιολογικές τιμές. Στους ενήλικες με σποραδικής μορφής μυελοειδές σταδίου ΙΙΙ (η πιό συνηθισμένη περίπτωση), τα επίπεδα θυροκαλσιτονίνης συνήθως παραμένουν υψηλά και το τεστ πενταγαστρίνης παραμένει παθολογικό. Υψηλά επίπεδα ακόμη και εάν αυξάνουν ελαφρά με την πάροδο των ετών δεν σηματοδοτούν υποχρεωτικά και χειροτέρευση της πρόγνωσης.

B. Aπεικονιστική μελέτη

Λόγω της μεγάλης ειδικότητος της καθήλωσης Ι 131 σε υγιή αλλά και νεοπλασματικό θυρεοειδικό ιστό, το ολόσωμο σπινθηρογράφημα είναι από πολλών δεκαετιών η καλύτερη μέθοδος μετεγχειρητικής παρακολούθησης θηλωδών/θυλακιωδών καρκινωμάτων. Απαραίτητη προϋπόθεση η απουσία υγιούς υπολειμματικού θυρεοειδικού ιστού στον τράχηλο. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι πως η τυχόν ανίχνευση καθήλωσης του ραδιοφαρμάκου συνεπάγεται την δυνατότητα θεραπευτικής αγωγής με ραδιενεργό Ι131. Το ολόσωμο σπινθηρογράφημα πρακτικά πραγματοποιείται με 2-5 mCi Ι131 και εικόνες λαμβάνονται σε 48 και 72 ώρες. Η καλύτερη χρονική φάση είναι 6-8 εβδομάδες μετά από ολική θυρεοειδεκτομή, ή 3-6 μήνες μετά από αρχική λήψη ραδιενεργού ιωδίου με σκοπό την ολοκλήρωση της καταστροφής θυρεοειδικού υπολείμματος. Το ολόσωμο σπινθηρογράφημα μπορεί να επαναληφθεί στο μέλλον εάν τα επίπεδα θυρεοσφαιρίνης ανέβουν ανησυχητικά ή εάν υπάρχουν κλινικά ευρήματα υποτροπής της νόσου.

 

4. Υποτροπή

Α. Δευτερογενείς επεμβάσεις

Ενδείκνυται νέα επέμβαση σε περίπτωση υποτροπής στην περιοχή του θυρεοειδούς και των τραχηλικών λεμφαδένων. Επέμβαση μπορεί επίσης να επιχειρηθεί σε περίπτωση επέκτασης στους αεραγωγούς, καθώς και στους μεσοθωρακικούς λεμφαδένες, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί οι τελευταίοι δεν καθηλώνουν το ραδιοφάρμακο. Πολύ πιο σπάνια οδηγούμεθα σε αφαίρεση μονήρους πνευμονικής μεταστάσεως, μεταστάσεως σε κάποιο μακρύ οστούν ή τέλος στον εγκέφαλο.

Β. Xορήγηση ραδιενεργού ιωδίου

Εάν σε ολόσωμο σπινθηρογράφημα βρεθεί καθήλωση του ισοτόπου σε κάποιο σημείο του σώματος, συνήθως χορηγείται μια μεγάλη δόση ραδιενεργού ιωδίου άπαξ.

  1. Σε περίπτωση μετάστασης σε λεμφαδένες, των οποίων το μέγεθος δεν είναι αρκετά μεγάλο ώστε να είναι χειρουργήσιμοι, χορηγούνται 100-175 mCi.
  2. Σε τοπική υποτροπή στην περιοχή του θυρεοειδούς η δόση πρέπει να είναι 150-200 mCi
  3. Εάν υπάρχουν μεταστάσεις συνήθως 200 mCi.

Υπάρχουν 3 εξαιρέσεις στις παραπάνω περιπτώσεις:

  • σε χαμηλού σταδίου θηλώδες/θυλακιώδες νεόπλασμα με τοπική υποτροπή συνιστώνται μόνο 100 mCi,
  • σε διάχυτες πνευμονικές μεταστάσεις που καθηλώνουν > 50% το ραδιοφάρμακο χορηγούνται < 200 mCi,
  • σε ηλικιωμένους ασθενείς υψηλού σταδίου με μειωμένη πρόσληψη του ισοτόπου από τις  μεταστάσεις, η δόση μπορεί να φτάσει και στα 300 mCi.

Πριν από τη θεραπεία συνιστάται δίαιτα χαμηλή σε ιώδιο για 10 ημέρες. Σε περίπτωση χορήγησης δόσης μεγαλύτερης των 30 mCi ο ασθενής οφείλει να νοσηλευτεί σε απομονωμένο θάλαμο συνήθως για 3 ημέρες. Προκειμένου να αυξηθεί η αποβολή του ιωδίου στα ούρα, δίδονται πολλά υγρά και για να διεγερθεί η σιαλόρροια, ώστε να μην επέλθει σιελαδενίτις, λίγες σταγόνες λεμόνι. Η δυσκοιλιότητα πρέπει να αντιμετωπιστεί δραστικά, ώστε να μειωθεί η ακτινοβολία των ωοθηκών και του παχέος εντέρου. Στις γυναίκες συνιστάται η αποφυγή κύησης για 6 μήνες και οι άνδρες πρέπει να ενημερωθούν ότι το ανδρικό σπέρμα μπορεί να μειωθεί μετά την αγωγή για μερικούς μήνες.

Ένα νέο ολόσωμο σπινθηρογράφημα πρέπει να πραγματοποιηθεί 4-10 ημέρες μετά από την αγωγή με ραδιενεργό ιώδιο. Σε 25% των περιπτώσεων θα δείξει νέες περιοχές καθήλωσης που δεν υπήρχαν πριν από την αγωγή.  Ειδικότερα, μετά την αγωγή παρουσιάζεται καθήλωση στους πνεύμονες ή τα οστά σε 10-50% των ασθενών με υψηλή θυρεοσφαιρίνη και προηγούμενο αρνητικό σπινθηρογράφημα.

Γ. Εξωτερική ακτινοβολία

Ενδείκνυται σε περιπτώσεις που η τοπική υποτροπή δεν είναι χειρουργήσιμη, καθώς επίσης και όταν υπάρχουν μεταστάσεις σε οστά ή τον εγκέφαλο.

Δ. Χημειοθεραπεία

Δεν υπάρχουν νέα δεδομένα στον τομέα αυτό και διάφοροι συνδυασμοί  δοκιμάζονται με μέτρια αποτελέσματα. Η θνησιμότητα μετά δύο έτη είναι σχεδόν καθολική.




 
 Μετρήστε την υγεία σας
 Υγιεινές προτάσεις
Η συμβουλή μας για σήμερα
 Πείτε μου γιατρέ μου
Οι ειδικοί απαντούν
 Ιατρικό αλφάβητο

Λεξικό ιατρικών όρων
για εύκολη ανάγνωση των ιατρικών θεμάτων




In Health Επικοινωνία :
Πείτε μας τη γνώμη σας