Νέα μέθοδος εντοπισμού των κατάλληλων εμβρύων για εξωσωματική γονιμοποίηση
Αυτό το κείμενο εκτυπώθηκε από το health.in.gr στη διεύθυνση health.in.gr
15 ΜΑΪΟΥ 9:48
health.in.gr
URL:
doctors.in.gr

Λονδίνο: Αυστραλοί επιστήμονες χρησιμοποίησαν τεχνικές γονιδιακής ανάλυσης για να εντοπίσουν το γενετικό προβολή εμβρύων που προέκυψαν από εξωσωματική γονιμοποίηση και θα συντελέσουν σε επιτυχή κύηση, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο Human Reproduction.

Οι ειδικοί του Πανεπιστημίου Monash πιστεύουν ότι έτσι μπορεί να δοθεί τέλος στην μεταφορά περισσότερων του ενός εμβρύου και να μεγιστοποιηθεί η επιτυχία της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Αν επιλέγονται μόνο τα βιώσιμα έμβρυα, ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες μια πιθανόν επικίνδυνης κύησης.

Μετά την εξωσωματική γονιμοποίηση τα έμβρυα μεταφέρονται και εμφυτεύονται στην μήτρα όταν φτάνουν στο στάδιο της βλαστοκύστης, περίπου στις πέντε ημέρες. Ωστόσο είναι δύσκολο να εντοπιστούν ποια έμβρυα είναι υγιή και ποια πιθανόν να αποτύχουν.

Το προσωπικών των κλινικών γονιμότητας τείνει να κάνει μια εκτίμηση με βάση της εξέταση του σχήματος της βλαστοκύστης όπως προκύπτει από τον έλεγχο με μικροσκόπιο. Πάντως συνειδητά πολλές κλινικές μεταφέρουν και εμφυτεύουν περισσότερα από ένα έμβρυα για να μεγιστοποιήσουν τις πιθανότητες επιτυχίας. Έτσι όμως αυξάνεται και η πιθανότητα πολλαπλής κύησης, η οποία είναι γνωστό ότι ενέχει κινδύνους τόσο για την μητέρα όσο και για τα έμβρυα.

Όταν όμως γίνεται εμφύτευση πολλών εμβρύων είναι δύσκολο να διακρίνουν οι επιστήμονες ποια θα εξελιχθούν φυσιολογικά, ενώ είναι δύσκολο να δημιουργηθούν και κριτήρια για τον εντοπισμό των βιώσιμων βλαστοκύστων.

Οι Αυστραλοί ερευνητές θέλησαν να επιλύσουν το πρόβλημα, και να εντοπίσουν όχι μόνο ποιες βλαστοκύστες θα εξελιχθούν φυσιολογικά μετά την εμφύτευση, αλλά και να εντοπίσουν το γενετικό αποτύπωμα που τους δίνει αυτή την δυνατότητα.

Θεωρητικά, αυτό θα επιτρέπει στις κλινικές γονιμότητας τον έλεγχο των εμβρύων που δεν έχουν τα κατάλληλα γονίδια πριν από το στάδιο της εμφύτευσης.

Οι επιστήμονες συγκρότησαν ομάδα 48 γυναικών που υποβάλλονταν σε εξωσωματική γονιμοποίηση. Όταν τα έμβρυα έφτασαν στο στάδιο της βλαστοκύστης, οι ερευνητές αφαίρεσαν μεταξύ οκτώ και 22 κύτταρα από το κυτταρικό στρώμα που ονομάζεται τροφοεξώδερμα.

Τα κύτταρα αυτά αναλύθηκαν με την χρήση εξειδικευμένων τεχνικών γενετικής επέκτασης.

Όλες οι γυναίκες στην συνέχεια υποβλήθηκαν σε τουλάχιστον μία μεταφορά βλαστοκύστης. Όταν τα παιδιά γεννήθηκαν, ελήφθη και αποθηκεύτηκε αίμα από τον ομφάλιο λώρο ή δείγματα από κύτταρα των παρειών.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν το DNA αποτύπωμα αυτών των δειγμάτων για να το συγκρίνουν με το DNA που είχε ληφθεί από τα κύτταρα της βλαστοκύστης, δίνοντας έτσι την δυνατότητα στους ειδικούς να εντοπίσουν τα έμβρυα που είχαν επιτυχώς αναπτυχθεί σε τελειόμηνα νεογνά.

Στη συνέχει χρησιμοποίησαν γενετικέ τεχνικές για να διαπιστώσουν ποια γονίδια εκφράζονταν στις επιβιώσαντες βλαστοκύστες. Η επιστημονική μελέτη συνεχίζεται αλλά έχουν ήδη εντοπίσει ομάδες γονιδίων-κλειδιών και ελπίζουν να ραφινάρουν περισσότερο την διαδικασία.

H Δρ Γκέιλ Τζονς που πήρε μέρος στην έρευνα εξηγεί ότι «η ικανότητα επιλογής του ενός πιο βιώσιμου εμβρύου από ένα διαθέσιμο αριθμό εμβρύων θα επιφέρει πραγματική επανάσταση στην εξωσωματική γονιμοποίηση, όχι μόνο βελτιώνοντας τα ποσοστά των επιτυχημένων κυήσεων αλλά και περιορίζοντας τις πολλαπλές κυήσεις και τις αναμενόμενες επιπλοκές αυτών».