22/1/2018  Forum | Chat | in mail | Ημερολόγιο | Ε-cards 

in.gr > health > Παιδί

 


 
Ελκώδης κολίτιδα


Ελκώδης κολίτιδα

Δημήτρης Καραγιάννης
Γαστρεντερολόγος
Διευθυντής ενδοσκοπικού τμήματος
Ιατρικού Κέντρου Αθηνών

Η ελκώδης κολίτιδα είναι χρόνιο φλεγμονώδες νόσημα του παχέος εντέρου. Πρόκειται για αντίδραση της άμυνας του οργανισμού που προκαλεί έλκη στον βλεννογόνο του εντέρου. Μας είναι γνωστός ο μηχανισμός πρόκλησης του νοσήματος, αλλά δεν γνωρίζουμε την αιτία ή τις αιτίες που πυροδοτούν αυτή την αντίδραση. Η καταστροφή του βλεννογόνου του εντέρου μπορεί να αφορά στο σύνολο του παχέος εντέρου (πανκολίτιδα) ή σε ένα μέρος του. Πιο συχνά, η νόσος αφορά στο σιγμοειδές έντερο, δηλαδή το τμήμα εκείνο του παχέος εντέρου που βρίσκεται κοντά στο ορθό και τον πρωκτό.

Ποια είναι τα συμπτώματα της νόσου;

Η νόσος εξελίσσεται με κρίσεις. Η κρίση εκδηλώνεται με:

  • Πόνο στην κοιλιά
  • Πέντε έως είκοσι διαρροϊκές και αιματηρές κενώσεις την ημέρα
  • Αίσθημα επείγουσας κένωσης
  • Πυρετό
  • Ναυτία
  • Εμετό
  • Απώλεια βάρους
  • Συνεχή εφίδρωση κατά τη διάρκεια της νύχτας
  • Πρήξιμο στην κοιλιά

Υπάρχουν και άλλα συμπτώματα που επηρεάζουν και άλλα όργανα του σώματος και θα τα αναφέρουμε παρακάτω. Πάντως, από όλα τα παραπάνω, το πιο ειδικό σύμπτωμα είναι οι επείγουσες, αιματηρές διαρροϊκές κενώσεις. Οι κρίσεις ελκώδους κολίτιδας θεωρούνται ήπιες, όταν ο ασθενής έχει μία έως τέσσερις διαρροϊκές κενώσεις την ημέρα και μόνο μερικές από αυτές έχουν αίμα, έχει φυσιολογική θερμοκρασία, σφίξεις και φυσιολογική εξέταση αίματος. Η κρίση είναι σοβαρή, όταν ο ασθενής παρουσιάζει περισσότερες από έξι διαρροϊκές, αιματηρές κενώσεις την ημέρα, πυρετό, γρήγορο σφυγμό, αναιμία και πόνο στην κοιλιά.

Σε ποια ηλικία εμφανίζεται το νόσημα;
Ποιους αφορά;

Τα πρώτα συμπτώματα της νόσου εμφανίζονται συνήθως στη δεκαετία από 15 έως 25 ετών. Ωστόσο, μια άλλη δεκαετία έρχεται δεύτερη σε συχνότητα και είναι αυτή από 55 έως 65 ετών. Αυτό δεν σημαίνει ότι το νόσημα δεν μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία. Έτσι, το 2% των περιπτώσεων αφορούν σε παιδιά κάτω των 10 ετών και το 30% σε παιδιά ηλικίας 10 έως 19 ετών. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών. Πολλές φορές η νόσος αφορά σε μία οικογένεια, ωστόσο δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία που να πιστοποιούν την κληρονομικότητά της. Η νόσος είναι συχνότερη στους κατοίκους των πόλεων παρά σε αυτούς της επαρχίας και στους απόφοιτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παρά σε εκείνους της πρωτοβάθμιας. Όλα αυτά, βέβαια, είναι στατιστικές επισημάνσεις και μέχρι στιγμής δεν έχουν οδηγήσει σε κανένα συμπέρασμα σχετικά με τις αιτίες της.

Πώς γίνεται η διάγνωση της νόσου;

Ο γιατρός θα υποπτευθεί τη νόσο από τα συμπτώματα που θα του αναφερθούν. Αμέσως μετά θα σας ζητήσει να κάνετε εξετάσεις, προκειμένου να επιβεβαιώσει τη νόσο. Σε αυτές περιλαμβάνονται εξετάσεις αίματος, κοπράνων και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις, όπως κολονοσκόπηση ή βαριούχος υποκλυσμός (ακτινολογική εξέταση) και βιοψία εντέρου. Την τελική διάγνωση θα θέσει η βιοψία του εντέρου. Η κολονοσκόπηση και οι αιματολογικές εξετάσεις, όπως η γενική αίματος, η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών και η CRP, είναι οι συνήθεις εξετάσεις με τις οποίες ο γιατρός θα παρακολουθεί την πορεία της νόσου.

Είναι μεταδοτική νόσος;

Όχι, η νόσος δεν είναι μεταδοτική.

Ποιες είναι οι επιπλοκές της νόσου;

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αφορά στο 10% περίπου των ασθενών έπειτα από δέκα χρόνια νόσησης και στο 15 έως 40% των ασθενών που νοσούν περισσότερο από τριάντα χρόνια. Οι τελευταίοι υποβάλλονται από τους γαστρεντερολόγους τους ετησίως σε κολονοσκόπηση προκειμένου να προληφθεί αυτή η επιπλοκή. Αλλη επιπλοκή της νόσου είναι το τοξικό μεγάκολο. Σε αυτή την περίπτωση το παχύ έντερο διατείνεται πάρα πολύ και παραλύει. Υπάρχει κίνδυνος, λοιπόν, να διαρραγεί και να προκαλέσει περιτονίτιδα. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται ως αντιδιαρροϊκά μπορεί να προκαλέσουν τοξικό μεγάκολο. Μερικές φορές, οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα παρουσιάζουν κάποιο επώδυνο εξάνθημα, ιδίως στο μπροστινό μέρος της γάμπας, που ονομάζεται οζώδες ερύθημα. Αυτό όμως θεωρείται εκδήλωση της νόσου και όχι επιπλοκή. Τέτοιες εκδηλώσεις είναι επίσης οι αρθρίτιδες και οι μολύνσεις του οφθαλμού που ονομάζονται ιριδοκυκλίτιδες.

Υπάρχει θεραπεία για τη νόσο;

Όπως προαναφέραμε, η νόσος είναι χρόνια. Η ελκώδης κολίτιδα θεραπεύεται πλήρως μόνο εάν αφαιρεθεί εντελώς το παχύ έντερο ή το τμήμα που πάσχει. Ωστόσο, λόγω του μεγέθους του ακρωτηριασμού, οι γαστρεντερολόγοι συστήνουν την επέμβαση μόνο σε πολύ βαριές περιπτώσεις. Συνήθως, προτιμάται η φαρμακευτική αγωγή. Η φαρμακευτική αγωγή έχει τρεις άξονες: να επιτυγχάνονται μεγάλες υφέσεις της νόσου, να αντιμετωπίζονται οι κρίσεις και τέλος να αντικαθίστανται θρεπτικές απώλειες λόγω της νόσου. Τα συνήθη φάρμακα για να επιτύχουμε μεγάλες υφέσεις είναι η μεσαλαμίνη, η ολσαλαζίνη και η σουλφασαλαζίνη, που χορηγούνται με τη μορφή χαπιών ή υποκλυσμών, ανάλογα με την τοπογραφία της νόσου. Αλλο φάρμακο που χορηγείται για τον ίδιο σκοπό είναι η αζαθειοπρίνη, που είναι ανοσοκατασταλτικό φάρμακο και συνήθως δίδεται σε ασθενείς με ανθεκτική νόσο στις συνήθεις θεραπείες. Το μειονέκτημα της αζαθειοπρίνης είναι ότι χρειάζεται περίπου δεκαεπτά εβδομάδες για να αρχίσει να δρα. Σε αυτή την κατηγορία υπάρχουν και άλλα φάρμακα που δοκιμάζονται, όπως οι κυκλοσπορίνες (που χρησιμοποιούνται στις μεταμοσχεύσεις) και η μεθοτρεξάτη (που είναι χημειοθεραπευτικό). Η κορτιζόνη είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση των κρίσεων και χορηγείται με τη μορφή χαπιών ή υποκλυσμών. Η περίοδος χορήγησης της μπορεί να κυμαίνεται από μερικές εβδομάδες μέχρι μερικούς μήνες. Υπάρχουν και πειραματικά φάρμακα που ακόμη μελετούνται, όπως τα λιπαρά οξέα, τα ιχθυέλαια, η νικοτίνη και οι παράγοντες anti-ICAM1 (είναι θεραπεία απευαισθητοποίησης). Ο γαστρεντερολόγος μπορεί να χρησιμοποιήσει αρκετές φορές και αντιβιοτικά για να αντιμετωπίσει μια κρίση, όπως η μετρονιδαζόλη ή η κυπροφλοξασίνη. Στις βαριές κρίσεις ακόμη μπορεί ο γιατρός να διακόψει τη διατροφή του ασθενούς από το στόμα και να χορηγήσει πλήρη διατροφή από τη φλέβα (παρεντερική διατροφή). Τέλος, στον άξονα των θρεπτικών συμπληρωμάτων, ο γιατρός μπορεί να χορηγήσει βιταμίνη B12, φυλλικό οξύ ή σίδηρο.

Περισσότερες πληροφορίες για τη δίαιτα μπορείτε να βρείτε στην πύλη μας, στη διατροφή και στον τομέα "δίαιτα και νόσος".




 
In Health Επικοινωνία :
Πείτε μας τη γνώμη σας